Ανάλυση & Ερμηνεία Των Διεθνών Σχέσεων Και Εξελίξεων

Συνέντευξη με τον Νικόλα Παπαναστασόπουλο*

της συντακτικής ομάδας του Nonaligned

0 104
  • Πριν από λίγο καιρό, με αφορμή την τρίτη του έκδοση, έγινε η παρουσίαση του πρώτου σας βιβλίου με θέμα «Η διαχείριση κρίσεων στην ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική», από τις εκδόσεις ‘Ι. Σιδέρης’. Ποιες είναι οι προκλήσεις που σήμερα αντιμετωπίζει η Ελλάδα σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο;

Οι κρίσεις αποτελούν ταυτότητα της ζωής μας. Κάθε μέρα και σε κάθε τομέα είναι πάντα εκεί, κυρίαρχες, επιβλητικές και υποβλητικές. Φανταστείτε τι συμβαίνει όταν αναχθούμε στο διεθνές και διακρατικό περιβάλλον, όπου και τα διακυβεύματα είναι αξιακά υπέρτερα και αφορούν την εθνική ασφάλεια και κυριαρχία. Μιλώντας για τα καθ’ ημάς και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η δύστροπος γειτονική χώρα έχει επιδοθεί σ’ ένα μπαράζ προκλήσεων και απειλών που δεν πρέπει να τις  προσπερνάμε ‘αβρόχοις ποσίν’, ενώ ο «λειτουργικός κώδικας» του προέδρου της είναι μωρόδοξα ή μακιαβελικά επικίνδυνος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, απαιτείται εθνική εγρήγορση και στρατιωτική ετοιμότητα, καθώς η φαρέτρα των τουρκικών διεκδικήσεων εμπλουτίζεται συνεχώς σε βάρος της χώρας μας. Για την Ελλάδα, η στρατηγική ευφυΐα, μακριά από στομφώδεις ρητορείες, αλλά και παρακλητικές δηλώσεις και η συμμετοχή της στους διεθνείς οργανισμούς, με έμφαση στο διεθνές δίκαιο αποτελούν αναγκαία συνθήκη για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων. Συνάμα, οι εξελίξεις στη Συρία με τη δυνητική επαναχάραξη των συνόρων, τις μεταναστευτικές ροές και την ύπαρξη τρομοκρατών μεταξύ αυτών των ρευμάτων προσφύγων και μεταναστών είναι μια ακόμα εστία κινδύνου στον ορίζοντά μας. Κυρίως, το γεωπολιτικό παιχνίδι της ενέργειας, όπου η Τουρκία μεταξύ άλλων επιχειρεί στην πράξη και με τη βία να ακυρώσει τα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστούν μια κατεξοχήν εθνική πρόκληση. Αλλά και οι εξελίξεις στα βόρεια σύνορά μας με την αστάθεια στα Σκόπια και τον αλβανικό αλυτρωτισμό, φρόνιμο είναι να εγείρουν την ευθύκριτη ματιά και αποτελεσματική μας πολιτική και στρατηγική δράση, απέναντι σε εξελίξεις που αν μη τι άλλο επιφέρουν αστάθεια και ρευστότητα στην περιοχή μας. 

 

  • Πριν το τουρκικό δημοψήφισμα η τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο είχε οξυνθεί σε μεγάλο βαθμό ενώ οι διαρκείς απειλές του Ερντογάν διαμόρφωναν μια ιδιαίτερα τεταμένη πραγματικότητα. Θεωρείτε ότι ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου είναι κοντά; Πως κρίνετε τις κινήσεις των Τούρκων μετά το δημοψήφισμα;

Ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου είναι και ορατός και υπαρκτός στις αερομαχίες που γίνονται καθημερινά στο Αιγαίο και σε τόσες άλλες καταστάσεις που συνήθως δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Επομένως δεν είναι τόσο το δημοψήφισμα και η κοινοβουλευτική δικτατορία του Ερντογάν (που προβάλλει το ‘LEtat, cest moi’) που πρέπει να μάς ανησυχούν. Η Τουρκία είτε ως ‘ενός ανδρός ή στρατού αρχή’, μετά το 1974 και τη σκιά του, μόνιμα αποτελεί κίνδυνο για την Ελλάδα. Η εικόνα της δημοκρατικότητας της Τουρκίας είναι κάτι που πρέπει να αντιληφθεί και να αντιμετωπίσει περισσότερο ο διεθνής παράγοντας. Αυτό που πρέπει εμείς να έχουμε κατά νου και στην προσοχή μας είναι το ποιες είναι οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ισχυρές δυνάμεις και ποιους προσεταιρίζεται, ώστε να διατηρεί την εικόνα εκείνη που θα της επιτρέψει να αποκομίσει οφέλη ή να αποτραπεί από το όποιο θερμό επεισόδιο. Η εγγενής δε αδυναμία της Ένωσης ως στρατηγικού δρώντος [παρά τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής (άρθρο 42.7 Συνθήκης για την Ε.Ε.), κατά την οποία, σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της εδαφικής ακεραιότητας ενός κράτους-μέλους, τα λοιπά κράτη-μέλη της ΕΕ οφείλουν να συνδράμουν τον εταίρο που δέχθηκε επίθεση, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Η.Ε.] και η στάση των ΗΠΑ απέναντι σ’ ένα επεισόδιο μεταξύ κρατών-μελών του ΝΑΤΟ θα καθορίσει επομένως τη στάση της Τουρκίας. Εμείς, πρέπει να ήμαστε πάντα έτοιμοι, ώστε η έκβαση του θερμού επεισοδίου να μην οδηγήσει στη σύρραξη, αλλά όχι και να γκριζάρει για μια ακόμη φορά, όπως και Ίμια, de facto τμήματα της εθνικής κυριαρχίας.

 

  • Η Ελλάδα βρίσκεται στο κέντρο μιας περιοχής που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε διαρκείς κρίσεις. Πως βλέπετε τις εξελίξεις στη Συρία; Επηρεάζουν την χώρα και αν, ποια είναι η ενδεδειγμένη στάση που οφείλουμε να διατηρήσουμε δεδομένων των συνθηκών;

Η περιοχή μας είναι πραγματικά σε μια αστάθεια, καθώς η γεωπολιτική αξία της είναι πολύ σημαντική για τα συμφέροντα τόσο στο διακρατικό όσο και στο διεθνές επίπεδο. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες, η τριχοτόμηση της Συρίας είναι δεδομένη και αυτό που θα πρέπει να προτάξει η ελληνική πλευρά, (ύστερα από τη δημοσιονομική σταθεροποίηση) είναι το γεγονός ότι αποτελεί τον προμαχώνα της Ένωσης στην περιοχή. Πάντως, κατά κύριο λόγο, η εθνική ολοκλήρωση του κουρδικού στοιχείου με την όποια μορφή αυτή θα λάβει και της επιτραπεί, εν είδει κρατικών μορφωμάτων και οντοτήτων, στην ευρασιατική και μεσοανατολική σκακιέρα, αποτελεί κρίσιμη μεταβλητή για τη χώρα μας. Πρέπει λοιπόν να ήμαστε προετοιμασμένοι για το ποιες απολήξεις θα έχει η de facto και de iure αναθεώρηση της Συνθήκης της Λοζάνης.

 

  • Πέρα από την εύθραυστη ισορροπία της Μέσης Ανατολής, οι εθνικιστικές τάσεις αναβιώνουν στα Βαλκάνια και δυναμιτίζουν περεταίρω μια τεταμένη κατάσταση ιδιαίτερα στη FYROM. Πως διαμορφώνεται η κατάσταση στα Βαλκάνια; Μπορεί αυτό να αποτελέσει κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια;

Τα Βαλκάνια, νομοτελειακά, επιζητούν να αποδείξουν τον χαρακτηρισμό τους, ως πυριτιδαποθήκη της Ευρωπαϊκής ηπείρου. Όσο δε η Ένωση καρκινοβατεί στα προβλήματά της, οι εθνικισμοί και αλυτρωτισμοί πάντα θα υφέρπουν και θα εκβάλλουν δυναμικά. Μην ξεχνάμε ότι οι ανταγωνισμοί, ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ένωσης, είχαν τραγικές συνέπειες τόσο στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας όσο και στον βομβαρδισμό της Σερβίας. Αυτή η πραγματικότητα επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση των Σκοπίων όπου οι εγγενείς υπαρξιακές αδυναμίες του κράτους αυτού στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του και οι «έξωθεν γενναιοδωρίες» δεν φαίνεται να οδηγούν στην ειρήνη και στη σταθερότητά του. Το σκοπιανό σύνταγμα επιχειρεί να λύσει αυτή τη δύσκολη συνάρτηση συνύπαρξης σλαβικού και αλβανικού στοιχείου, αλλά είναι προβληματικό και προς τούτο θα αναθεωρηθεί για ακόμη μια φορά. Ως εκ τούτου η ελληνική στάση πρέπει να δείξει στα Σκόπια ότι είναι η μόνη χώρα που δεν εποφθαλμιά τη διάλυσή της και γι’ αυτό η πιο ελαστική σκοπιανή στάση στο ζήτημα της ονομασίας θα αποτελέσει το όχημα για την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ. Ο αλβανικός αλυτρωτισμός σίγουρα συνιστά κάτι που δεν πρέπει να λανθάνει της προσοχής μας, αλλά αυτός θα μείνει στο επίπεδο της ρητορείας, αν δεν υπάρχουν οι ευγενείς χορηγοί του που μέσα από αυτόν στήνουν κλοιό σε βάρος της χώρας μας. Ωστόσο, η «αλβανική πλατφόρμα» θέτει το ζήτημα της επίλυσης της ονομασίας και προς τούτο η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί με επιδέξιο τρόπο ανοιχτούς και στενούς διαύλους με την Αλβανία. Μόνο μέσω αυτών των σχέσεων «δούναι και λαβείν» και όχι γαλαντομίας, με ειδική μέριμνα για το ελληνικό στοιχείο στο αλβανικό κράτος, θα μπορεί να ανοίξει το παράθυρο ευκαιρίας για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στους ευρωατλαντικούς θεσμούς.

 

  • Διανύοντας τον 7ο χρόνο κρίσης, θεωρείτε ότι η οικονομική αποδυνάμωση της χώρας έχει επηρεάσει την θέση της και το ρόλο της στους διεθνείς οργανισμούς αλλά και την δυνατότητα της να επηρεάζει τις εξελίξεις;

Η εικόνα της χώρας σαφώς και έχει αμαυρωθεί στα χρόνια της κρίσης, καθώς υπήρξαν στερεότυπα και αποδόθηκαν ‘ρετσινιές’ για τον ελληνικό λαό και τη νοοτροπία του. Και στις διεθνείς σχέσεις και στη συμμετοχή μας σε διεθνείς οργανισμούς κάτι τέτοιο δεν προσδίδει σφρίγος στις εθνικές επιδιώξεις. Και επιτρέψτε μου να πω ότι σ’ αυτό συνέβαλλαν και πολιτικοί καιροσκόποι που δεν δίστασαν να λοιδορήσουν τη χώρα τους, προκειμένου να καταλάβουν την εξουσία, δένοντας τις τύχες της Ελλάδας με τα μνημόνια. Η εγκληματική τους αφέλεια δεν τους άφησε να καταλάβουν ότι όλοι μας ήμαστε αναλώσιμοι μπροστά στην ύπαρξη και συνέχεια της εθνικής μας συλλογικότητας. Παρά ταύτα και χωρίς τα προβλήματα να έχουν εξαφανιστεί οι θυσίες των Ελλήνων πολιτών, δεν ξέρω αν πιάνουν τόπο, αλλά σίγουρα έχουν εκτιμηθεί από την διεθνή κοινωνία, καθώς κανένας άλλος λαός δεν έχει υποστεί τόσα πολλά για να ξαναδημιουργήσει την μοίρα του. Άρα η εικόνα μας έχει βελτιωθεί και όσο αυτή θα βελτιώνεται αυτό θα μεταφράζεται σε προστιθέμενη αξία στη συμμετοχή και στον ρόλο της χώρας μας στη διεθνή σκηνή. Μπορεί να ήμαστε μια μικρή χώρα, αλλά το παρελθόν και η γεωπολιτική μας θέση δεν είναι αμελητέα. Η εθνική έννοια «Ελλάς» που ζητωκραύγασε ο Ομπάμα θέλγει πάντα, αρκεί βέβαια οι Νεοέλληνες να μην αμαυρώνουν τη μοναδικότητα των προγόνων τους και την ίδια τους τη χώρα στο σήμερα.

 

  • Είναι κοινή εκτίμηση ότι λόγω και των εξελίξεων της τελευταίας δεκαετίας ο συσχετισμός δυνάμεων στην περιοχή μεταβάλλεται ριζικά, με κύρια παράμετρο την ενίσχυση της Τουρκίας; Μπορεί να εκπονηθεί μια εθνική στρατηγική που να ανταποκρίνεται σε αυτήν την πρόκληση;

Στο πρόσφατο και εξαιρετικό του βιβλίο «Οράματα και Χίμαιρες, διαδρομές ενός διπλωμάτη», ο πρέσβης Αλέξανδρος Μαλλιάς προτάσσει την αφύπνιση του πολιτικού μας συστήματος, μέσα από τον σχεδιασμό, τη συναίνεση και τη συνεννόηση. Συντάσσομαι με τη θέση αυτή προβάλλοντας με τη σειρά μου ότι ο καθένας μας ως άτομο, κοινωνία και η ίδια η πολιτική, ως «συγκοινωνούντα δοχεία», πρέπει με το τέλος των Μνημονίων και ενόψει των 200 χρόνων από το 1821, συναινετικά να ορίσουμε το «εθνικό Αγαθό». Ύστερα από αυτή την αναγκαία υπαρξιακή εννοιολόγηση, με έμφαση πάντα στη γεωπολιτική αξία της πατρίδας μας, θα μπορέσουμε να μεταβούμε σ’ ένα σχέδιο ανάπτυξης και εθνικής υψηλής στρατηγικής, σε όλους τους τομείς, μέσα από την ανάταση του πνευματικού, αξιακού, οικονομικού και κοινωνικού μας κεφαλαίου. Επιπρόσθετα, ως αριστοτελιστής θεωρώ ότι η σύζευξη, η εννοιολογική πλαστικότητα και ευελιξία της αριστοτελικής προσέγγισης (πρέπει να) αποτελεί το σταθερό πλαίσιο στη στρατηγική θεωρία και προσέγγιση. Με αφετηρία αυτή, μεθερμηνεύοντας τον Machiavelli, θέτω τον όρο της Χειρωνικής στρατηγικής (σαν τον κένταυρο Χείρωνα αλλού να συμπεριφέρεσαι ως ζώο και αλλού να είσαι άνθρωπος), κάτι που βλέπουμε και στον Nye ως σκληρή, ήπια και έξυπνη ισχύ. Και αυτή είναι η δέουσα στρατηγική οδός. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, τίθενται τα θεμέλια του θεωρήματος που επεξεργάζομαι όλη αυτή την περίοδο, ως νεορεαλιστικός κονστρουκτιβισμός/ εποικοδομητισμός. Δηλαδή λαμβάνεις υπόψη τη δομή του συστήματος και προσπαθείς να τη μετασχηματίσεις επί τα βελτίω (το κακό να γίνει καλό, αφού το ένα επηρεάζεται από το άλλο). Και η ίδια η ελληνική ιστορία βρίθει τέτοιων επαναστατικών μετασχηματισμών. Αυτά σε επίπεδο στρατηγικής συμπεριφοράς και κουλτούρας, αλλά και ηγεσίας. Αναγκαία συνθήκη στο επίπεδο της δημόσιας πολιτικής είναι αυτό που ονομάζω Πολιτεία Εμπιστοσύνης: την πολιτεία όπου το δημοκρατικό πολίτευμα πρέπει να μετουσιώνεται/ να ‘μεταφράζεται’ αδιάκοπα από τον τύπο και τη μορφή του σε ουσία και αυτό να αποδεικνύεται κάθε στιγμή στον πολίτη. Μέσα σ’ αυτήν και υπό το πρίσμα της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και της αναγκαίας στρατηγικής κουλτούρας (ενός δόγματος ‘γεωπολιτικής ανθρωπολογίας’), βλέπω και την ίδρυση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και της συμβατότητάς του με το υπάρχον συνταγματικό πλαίσιο. Όπως άλλωστε μου έχει πει ένας καθηγητής μου η ελληνική μεταπολίτευση κέρδισε το στοίχημα του πλαισίου, αλλά έχασε αυτό του περιεχομένου. Επομένως, απαιτείται μια επανάσταση του πνεύματος που θα μας οξυγονώσει και θα μας διαποτίσει ως περιεχόμενο σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας.

 

  • Ζώντας πλέον στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα τι εκτίμηση μπορούμε να κάνουμε για τις θεωρητικές προσεγγίσεις περί υποχώρησης του ρόλου του κράτους και τον ρόλο μη κρατικών δρώντων στις διεθνείς σχέσεις;

Η μετανοτερική, παγκοσμιοποιημένη ή και μεταμοντέρνα εποχή σαφώς και επηρεάζει τον παραδοσιακό ρόλο του κράτους, καθώς αυτό δέχεται πρωτόγνωρους κραδασμούς, απαιτώντας τις αναγκαίες προσαρμογές. Η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως μετανεοτερικού κράτους, θα δώσει στο επίπεδο της πολιτικής οντολογίας τις απαντήσεις στο συγκεκριμένο ερώτημα. Ωστόσο, επιτρέψτε να διατηρώ τις όποιες επιφυλάξεις και να εστιάζω στο ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα και τα πολιτικό-ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά που έχουν αποτελέσει κατ’ εμέ την μαμή της ιστορίας. Από την άλλη, είναι τέτοια η υφή της πλανητικής πραγματικότητας με την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, όπου ο ρόλος των μη κρατικών δρώντων, στην όποια τους μορφή, θα είναι πολύ σημαντικός.

 

  • Το ζήτημα του υβριδικού πολέμου αποτελεί πρόκληση που μπορεί να αντιμετωπίσει η Ελλάδα; Υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο, και αν ναι, πως θα πρέπει να «απαντήσει» η χώρα μας μπροστά σε αυτή την πρόκληση;

Ο υβριδικός πόλεμος ήδη από την εποχή του Ομήρου και του Θουκυδίδη αποτελεί μια στρατιωτική στρατηγική, η οποία συζευγνύει συμβατικές και μη συμβατικές μεθόδους. Ειδικά στις μέρες, μας με τον πληθωρισμό των τεχνολογικών μέσων και σύγχρονων οπλικών συστημάτων και κυρίως την ασυμμετρία ισχύος, ο κάθε κρατικός ή κρατικός δρων αναζητά να επιφέρει πλήγματα και να αποδείξει την τρωτότητα του άλλου. Ως εκ τούτου, η τρομοκρατία, η προπαγάνδα και ο κυβερνοπόλεμος συνιστούν προκλήσεις που από μόνη της μια χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Τούτων δοθέντων, σε στρατηγικό επίπεδο, η διακλαδικότητα και διαλειτουργικότητα των αρμοδίων, μέσα από τη θεσμοποίηση της στρατηγικής εκπαίδευσης, καθώς και οι συνέργιες και ασκήσεις, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνιστούν το δίπτυχο αντιμετώπισης μιας τέτοιας πρόκλησης. Η διατήρηση της εικόνας της χώρας με το παρελθόν και τις αξίες της δημοκρατίας και της ελευθερίας, μακριά από τα παίγνια των δυτικών δυνάμεων είναι μια επίσης κρίσιμη παράμετρος αποτροπής. Από την άλλη, όμως υπάρχουν πολλά «καλόπαιδα», λόγου χάρη από το Κόσοβο και την εκεί τους δράση που δύνανται να μεταφέρουν την «τεχνογνωσία» τους, ανάλογα τον εντολέα τους και τις επιδιώξεις τους σε βάρος της χώρας μας. 

 

*O Νικόλας Παπαναστασόπουλος σπούδασε στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Πειραιώς και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και απέκτησε τον διδακτορικό του τίτλο από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών (2011). Τα γνωστικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στις διεθνείς σχέσεις και τη στρατηγική (χειρισμός κρίσεων), την ηγεσία και την πολιτική ιστορία, καθώς και σε θέματα φιλοσοφίας δικαίου, νομικής και πολιτικής μεθοδολογίας. Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλίας, σε παραρτήματα πανεπιστημίων του εξωτερικού καθώς  είναι και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει εισηγηθεί και δημοσιεύσει πλήθος άρθρων, καθώς και έχει επιμεληθεί και μεταφράσει βιβλία πολύ σημαντικών συγγραφέων σε θεματικές των γνωστικών του ενδιαφερόντων.

Θα μπορούσε να σας αρέσει

Αφήστε μίαν απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα κοινοποιηθεί.