Ανάλυση & Ερμηνεία Των Διεθνών Σχέσεων Και Εξελίξεων

Ο Τραμπ μέσα απο τη ματιά του Gramsci

Kate Crehan

0 1.797

Ο Αντόνιο Γκράμσι καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκισης από τον Μπενίτο Μουσολίνι , όταν έγραψε τα φημισμένα  τετράδια φυλακής  έγκλειστος σε μια σειρά φασιστικών φυλακών. Σε αυτά διαπραγματεύεται μερικές από τις ακόλουθες ερωτήσεις : Γιατί είναι ο Μουσολίνι στην εξουσία, ενώ τόσοι πολλοί αριστεροί είναι στην φυλακή, στην εξορία ή πεθαμένοι; Τι εξηγεί την ήττα της Ιταλικής αριστεράς που κάποτε ήταν ισχυρή; Πώς θα μπορούσαν να νικηθούν οι φασίστες και οι υπόλοιπες δεξιές δυνάμεις; Η Αμερική του 21ου αιώνα δεν είναι η Ιταλία στα μέσα του 20ου αιώνα και ο Ντόναλντ Τράμπ δεν είναι ο Μουσολίνι. Παρόλα αυτά, για όλους αυτούς που προσπαθούν να εξηγήσουν την εκλογική νίκη του Τραμπ και προσπαθούν να βρουν τρόπους για το πώς αυτός ο Αμερικανικής προέλευσης ,αυταρχικός λαϊκιστής είναι αποτελεσματικά προκλητικός, τα χειρόγραφα του Γκράμσι μπορούν να αποτελέσουν ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα.

Για παράδειγμα, η θεωρία του Γκράμσι «senso comune», η οποία συνήθως μεταφράζεται ως «κοινή λογική», είναι ένα εργαλείο που μπορεί να εξηγήσει την δημοτικότητα του Τραμπ σε τόσους πολλούς ψηφοφόρους – μια δημοτικότητα που έχει εξαγριώσει πάρα πολλούς που βρίσκονται στην αριστερά. Αυτοί που έχουν διαβάσει τα τετράδια στα Αγγλικά, όπως εγώ, πρέπει να γνωρίζουν πως ο όρος «senso comune» είναι πιο ουδέτερος από την κοινή λογική, χωρίς απαραίτητα την θετική χροιά της κοινής λογικής, αναφέρεται μάλλον στην δεδομένη  γνώση που λαμβάνει σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.

Οι πεποιθήσεις και οι αξιώσεις που συνιστούν την κοινή λογική(senso commune) είναι εξαιρετικά ετερογενείς και συνήθως αντικρουόμενες. Η κοινή λογική ενός ατόμου ή μιας ομάδας μπορεί να μην φαίνεται σαν τέτοια  παρά μόνο σε αυτούς που προέρχονται από άλλο τόπο ή χρόνο. Αυτό που την συνέχει είναι ότι η γνώση δεν χρειάζεται αποδείξεις, αν η αλήθεια δεν είναι άμεσα εμφανής σε ένα «λογικό»  άτομο, τότε δεν είναι κοινή λογική. Η κοινή λογική μπορεί να είναι το ακριβώς αντίθετο της κριτικής σκέψης, η οποία μας προκαλεί συνεχώς να μην παίρνουμε τίποτα ως δεδομένο και να εξετάζουμε εξονυχιστικά κάθε δεδομένο ή ισχυρισμό. Οι πολιτικοί από όλα τα φάσματα, και ειδικά όσοι κλίνουν προς τον λαϊκισμό, αρέσκονται να παρουσιάζουν την δική τους αλήθεια ως κοινή λογική, εξ ορισμού, χωρίς αντίλογο. Και αυτό ακριβώς είναι η στρατηγική του Τραμπ, η έννοια της αοριστίας της κοινής λογικής κατά τον Γκράμσι – είναι ευρεία, ποιοτική, περιλαμβάνει δεδομένα που αλλάζουν με τον καιρό, και είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για να αναλύσουμε την δημοτικότητα του Τραμπ.

Ο πρώην ριάλιτι σταρ της τηλεόρασης κατάφερε να γίνει ειδήμων στο να φτιάξει μια αφήγηση την οποία οι υποστηρικτές του θεωρούν κάτι περισσότερο από κοινή λογική, και την οποία ακόμα και η ελίτ απέτυχε να την αναγνωρίσει. Είναι μια αφήγηση που αποτελείται από εμάς και εκείνους, όπου εκείνοι είναι οι Μεξικάνοι που ελέγχουν το εμπόριο ναρκωτικών και παίρνουν τις δουλειές από τους ντόπιους Αμερικάνους, τους Μουσουλμάνους (όλοι εν δυνάμει  τρομοκράτες), και μια κυβέρνηση έτοιμη να καταργήσει την Δεύτερη Τροπολογία. Όλα αυτά είναι ένα σύνολο ισχυρισμών, συναισθηματικών και πειστικών, με βαθιές ρίζες στον ρατσισμό, που προειδοποιούν για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι ντόπιοι Αμερικάνοι. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν ο Τραμπ άρχισε να φλερτάρει με την ιδέα να κατέβει για πρόεδρος της Αμερικής, άρχισε να υιοθετεί την αμφισβήτηση της ιθαγένειας του Προέδρου Ομπάμα, διαδίδοντας το ψέμα ότι δεν έχει γεννηθεί στην Αμερική – ένα ψέμα που γεννήθηκε στην λογική ότι κανένας που έμοιαζε με τον πρόεδρο και είχε το όνομα Barrack Husein Obama δεν θα μπορούσε να είναι «γνήσιος» Αμερικάνος. Ένα αυτοκόλλητο που είδα σε ένα αυτοκίνητο στο Μέιν συμπυκνώνει σε μια φράση όλη αυτή την μνησικακία και τον ρατσισμό που υποβόσκει «Να πάει στο διάολο η διαφορετικότητα, ας κρατήσουμε την Αμερική αμερικάνικη».

Η επιτυχία του Τραμπ να ενώνει ένα ευρύ φάσμα «συνηθισμένων» Αμερικάνων ήταν σε μεγάλο βαθμό βασισμένο σε ατελείωτες  επαναλαμβανόμενες πιασάρικες εκφράσεις και ατάκες, που φάνταζαν στους υποστηρικτές του ως κοινή λογική.  Οι πολιτικές του συγκεντρώσεις δεν ήταν βασισμένες πάνω σε επιχειρηματολογία στηριζόμενη στην αλήθεια, αλλά υποστήριζε τις καμπάνιες του Κινήματος του Τσαγιού, (TEA party) οι οποίες υποστήριζαν, για παράδειγμα, ότι μια πολιτεία ξεπερνούσε τα όρια της όταν αρνιόταν δικαιώματα πχ στην οπλοκατοχή σε εκείνους που τα είχαν κερδίσει , ενώ ταυτόχρονα ωφελούσε μετανάστες και άλλες αδίκως- προνομιούχες μειονότητες. Ο Τραμπ μιλούσε στο ίδιο  ύφος απώλειας και αδικίας που εξέφραζε ένας άνδρας υποστηρικτής  του κινήματος του Τσαγιού «Θέλω την χώρα μου πίσω» (Scorpol and Williams 2012:7). Η αντίληψη ότι η Αμερική χάνεις τις ηθικές της αξίες και πηγαίνει προς την λάθος κατεύθυνση είναι ευρέως διαδεδομένη στις αγροτικές περιοχές της Αμερικής, στις βιομηχανικές περιοχές ( rust belt states), και στους  γηραιότερους, λευκούς  εργάτες που έγιναν ο πυρήνας των υποστηρικτών του Τραμπ. Ο Τραμπ, ο οποίος είναι πάντα ικανός να κλείνει συμφωνίες, καθησύχασε το κοινό του ότι μπορούν να πάρουν πίσω την χώρα τους : και το μόνο που χρειάζεται είναι να έρθουν οι κατάλληλοι άνθρωποι στην εξουσία. Το σλόγκαν του που ήταν «Ας κάνουμε την Αμερική σπουδαία ξανά», συμπυκνώνει ένα χρυσό κόσμο, όπου «συνηθισμένοι» Αμερικάνοι θεωρούνται αυτοί που είναι λευκοί, έχουν καλοπληρωμένες  δουλειές και μπορούν να λένε αστεία χωρίς να φοβούνται αν είναι πολιτικά ορθά.

Γνωστοποιώντας τις πραγματικές ανακρίβειες του Τραμπ, παρέχοντας αποδεικτικά στοιχεία για τα ψέματα του, δεν υπήρχε  καμία ελπίδα  να εκδιώξει το κοινό βαθύ αίσθημα που αυτός, αντίθετα με την υπόλοιπη πολιτική ελίτ, κατανόησε, την αλήθεια που ζούσαν  οι συνηθισμένοι λευκοί Αμερικανοί, η Αμερική δεν ήταν σπουδαία πια. Από τον Τραμπ, άκουσαν διατυπωμένες όλες τις απογοητεύσεις και τον θυμό που είχαν για τις μητροπολιτικές ελίτ, που περιφρονούσαν τον τρόπο ζωής και την κοσμοθεωρία τους. Ότι όλο αυτό προερχόταν από έναν Νεοϋορκέζο άρχοντα ακίνητης περιουσίας, μεγαλωμένο μέσα στον πλούτο( του οποίου ο βίος έρχεται σε αντίθεση με τις αξίες των συντηρητικών Ρεπουμπλικάνων), δεν είχε καμία σημασία. Αυτό που είχε πραγματική σημασία για αυτούς είναι ότι ο Τραμπ, που ήταν οικείος από τα χρόνια ως τηλεοπτικός σταρ, έδωσε φωνή στο θυμό τους σε μια γλώσσα σκληρή και άξεστη αλλά «αυθεντική», που έδωσε σε όλες τις ελίτ το μεσαίο δάχτυλο. Το όραμα να γυρίσει τον χρόνο πίσω, που δεν παρουσιάζεται σε πολιτικά ορθό λεξιλόγιο ειδικών και δημοσιοσχεσιτών, αλλά σε ένα αυθεντικό λεξιλόγιο, άναρθρο,   ήχησε τόσο αληθινό σε αυτούς που ένιωθαν απόκληροι και ασήμαντοι από την ελίτ της Ουάσινγκτον. Πίστευαν ότι αυτό που είχε ήδη γίνει μια φορά, θα μπορούσε και έπρεπε να ξαναγίνει, ενώ δεν ήθελαν να ακούσουν λεπτομερή σχέδια για το πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί στην πράξη.  Στα μάτια τους ήταν απλή κοινή λογική πως η ορθότητα των επιχειρημάτων του Τραμπ ήταν αρκετή απόδειξη.

Η Κλίντον πεισματικά σχεδίαζε συγκεκριμένες πολιτικές που έρχονταν να λύσουν συγκεκριμένα προβλήματα, οι οποίες -παρόλο που ήταν σχεδιασμένες πάνω σε πραγματικά προβλήματα και πρακτικές- δεν είχαν επίκληση στο συναίσθημα, όπως η ρητορική του αντιπάλου της. Χωρίς καμία συναρπαστική αφήγηση κοινής λογικής, κανένας προοδευτικός υποψήφιος δεν θα είχε πιθανότητες νίκης.  Οι σκέψεις του Γκράμσι για την σχέση μεταξύ της γνώσης, της κατανόησης και του συναισθήματος είναι κυρίαρχες εδώ. Είναι ζωτικής σημασίας, υποστήριζε, ότι οι προοδευτικοί διανοούμενοι και πολιτικοί θα έπρεπε να συνδέονται συναισθηματικά με αυτούς που πρέπει να πείσουν. Το να είσαι ένας αποτελεσματικός διανοούμενος ή πολιτικός σημαίνει να « να νιώθεις τα στοιχειώδη πάθη των ανθρώπων, καταλαβαίνοντας τα, και, επομένως, να τα εξηγείς και να τα δικαιολογείς για μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση… Δεν μπορεί κάποιος να ασκήσει πολιτική ή ιστορία χωρίς αυτό το πάθος» (Γκράμσι 1971:418). Ο Μπερνι Σάντερς έδειξε την κατανόηση του πάνω σε αυτά, επαναλαμβάνοντας συνεχώς ένα απλό, κοινής λογικής μήνυμα, αυτό της αυξανόμενης οικονομικής ανισότητας, το οποίο μίλαγε άμεσα στα βιώματα τόσων πολλών, ειδικά σε εκείνους που ενηλικιωθήκαν την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, και η επακόλουθη οικονομική ανάπτυξη το μόνο που έκανε ήταν να οξύνει τις ανισότητες.

Ο Γκράμσι είναι ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων στοχαστής, στον οποίο μπορούμε να απευθυνθούμε για την συγκεκριμένη οικονομική και πολιτική στιγμή. Παρόλο που ήταν Μαρξιστής που πίστευε πως οι υλικές  συνθήκες στις ζωές των ανθρώπων διαμορφώνουν την κοσμοθεωρία τους, δεν θεώρησε ποτέ πως αυτές οι υλικές συνθήκες παίζουν τον μοναδικό ρόλο. Οι άνθρωποι κατανοούν τον κόσμο που ζουν από τις αφηγήσεις που είναι διαθέσιμες σε αυτούς. Όλοι μας, ακόμα και οι πιο εξεζητημένοι θεωρητικοί, διαμορφωνόμαστε από τις ιδέες και τα πιστεύω του κόσμου ή των κόσμων   μέσα στους οποίους κοινωνικοποιούμαστε. Ένα από τα πιο καθοριστικά χαρακτηριστικά του Ηγεμόνα, ίσως μια από τις πιο σημαίνουσες θεωρίες του Γκράμσι, είναι η ικανότητα όσων είναι στην εξουσία να κάνουν τον κόσμο να εμφανίζεται από την δική τους οπτική γωνία. Οι εναλλακτικές αφηγήσεις που προκαλούν το καθεστώς του ηγεμόνα, χαρακτηρίζονται ως μη-αληθείς, ότι προέρχονται από «ειδικά συμφέροντα» ή απλά είναι λάθος, εκτός του πεδίου αληθείας που ορίζει η κυρίαρχη αφήγηση. Για αυτό η διατύπωση μιας εναλλακτικής αφήγησης συνεπάγεται ένα αναβαθμισμένο καθηκόν. Βασικό μέρος του καθήκοντος είναι να διαθέσεις τις εναλλακτικές αφηγήσεις στις μάζες, σε μια φόρμα κοινής λογικής που οι άνθρωποι μπορούν να την ενστερνιστούν ως αλήθεια βγαλμένη από τις εμπειρίες τους. Με άλλα λόγια, κάθε σοβαρή πρόκληση στις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας ζητάει και τα δυο σε όλη  την διάρκεια, συνεκτικούς πνευματικούς δεσμούς του κόσμου όπως είναι και «καινούργιες δημοφιλείς απόψεις, οι οποίες πρέπει να δημιουργήσουν μια καινούργια κοινή λογική και, μαζί με αυτή, μια καινούργια κουλτούρα και μια καινούργια φιλοσοφία, που να έχει τις ρίζες της στο συλλογικό δημοφιλές συνειδητό, με την ίδια σταθερότητα και την ίδια επιτακτική ανάγκη όπως τα παραδοσιακά πιστεύω».(424)

Αλλά από πού προέρχονται τέτοια «δημοφιλή καινούργια πιστεύω» ;Σε διαφορετικό κλίμα σε σχέση με πολλούς μαρξιστές, ο Γκράμσι δεν πίστευε ποτέ πως από μόνοι τους οι διανοούμενοι μπορούν να παρέχουν ριζικά καινούργιες αντιλήψεις, που να εκφράζουν τον κόσμο, όπως τον βλέπουν οι υποτελείς και οι καταπιεζόμενοι. Οι διανοούμενοι, για αυτόν, παίζουν σημαντικό ρόλο για την παραγωγή και διάδοση τέτοιων αντιλήψεων, αλλά, τελικά, οι αποτελεσματικά αντίθετες αφηγήσεις είναι φρούτο του διαλόγου μεταξύ των διανοούμενων και αυτών που έχουν μαζέψει την εμπειρία των υποτελών και των καταπιεζόμενων, των ομάδων που αναφέρονται στα τετράδια με τον όρο  «υποτελείς». Οι διανοούμενοι είναι αναγκαίοι επειδή οι «υποτελείς» σίγουρα παράγουν τις δικές τους θεωρίες για την καταπίεση τους, οι οποίες είναι ασυνάρτητες και αποσπασματικές. Είναι ο ρόλος των διανοούμενων ( μεγάλο εύρος κατηγορίας στα τετράδια) να ενώσει τα κομμάτια και να καταστήσει το ασυνάρτητο συνεκτικό. Ωστόσο, δεν μπορούν να το κάνουν χωρίς την ωμή, αποσπασματική απαρχή της εμπειρίας που παράγεται από τους ίδιους τους καταπιεσμένους: «Είναι  δυνατόν μια «επίσημη» καινούργια επινόηση  να μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό της με ένα άλλο πρόσχημα, εκτός μιας άξεστης, ανεπιτήδευτης εκδοχής του λαού;» (342). Οι προοδευτικοί διανοούμενοι πρέπει να ακούσουν αυτές τις αντιλήψεις που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο, να τις κάνουν πιο συνεκτικές, πιο επιτηδευμένες και να τις μεταφράσουν σε μια προοδευτική «κοινή λογική».

Από πού μπορούν όμως στα σύγχρονα Ηνωμένα Έθνη τέτοιες προοδευτικές, δημοφιλείς αντιλήψεις  να προκύψουν , και πώς διαδίδονται; Μια συνέπεια της πτώσης της Αριστεράς, και του ακόμα μικρότερου ρόλο των εργατικών συνδικάτων, είναι ότι μειώνονται σημαντικά οι χώροι, όπου οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις του κόσμου που αμφισβητούν την καπιταλιστική αφήγηση  μπορούν να παρέμβουν, να αναπτυχθούν και να διαδοθούν. Μαζί με τα δημοφιλή μίντια, τα οποία προσκτώνται στην Δεξιά τις τελευταίες δεκαετίες, για ένα μεγάλο αριθμό ατόμων, η μόνη εξήγηση για την πραγματικότητα την οποία ζουν, είναι αυτά που ακούν στο Fox News και σε άλλους σταθμούς που υποστηρίζουν την Δεξιά, ραδιοφωνικές εκπομπές και μέσα κοινωνικής δικτύωσης που τείνουν να αναπαράγουν και να ενισχύουν μια ιδέα ότι ο κόσμος είναι βαθιά καχύποπτος με την κυβέρνηση, και ότι θα ήταν καλύτερα τα πράγματα αν στην θέση των πολιτικών υπήρχαν τεχνοκράτες. Με την δεδομένη θλιβερή πραγματικότητα, τι χώρος υπάρχει για τον αναγκαίο διάλογο μεταξύ των διανοούμενων και της ωμής εμπειρίας των καταπιεσμένων; Από πού μπορούν να προέλθουν εναλλακτικές , αντίθετες αντιλήψεις για τον κόσμο, και να μετουσιωθούν σε αφηγήσεις «κοινής λογικής» που να έχουν την δύναμη να  ριζώσουν στη συλλογική συνείδηση  με την ίδια σταθερότητα και την ίδια επιτακτική ανάγκη όπως τα παραδοσιακά πιστεύω; Ίσως το κίνημα Occupy Wall Street (OWS) έδωσε μια μικρή ελπίδα.

Το σλόγκαν του κινήματος OWS – Είμαστε το 99%- είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα μια προοδευτικής κοινής λογικής, η οποία ήταν τόσο ισχυρή που μπόρεσε να αναγκάσει όλους τους πολιτικούς όλων των εκφάνσεων να παραδεχτούν πως υπάρχει οικονομική ανισότητα. Όπως έγραψε ο Tod Glittin, το κίνημα ΟWS δημιούργησε «ένα καινούργιο κέντρο βαρύτητας, το οποίο μας αρέσει να το αποκαλούμε »το εθνικό μας ντιμπέιτ»». Η άνιση κατανομή του πλούτου είναι τώρα πια ευρέως αναγνωρισμένη- και είναι ένα πρόβλημα, όχι μια συνηθισμένη κατάσταση. Το « 1%» και το «99%» ήταν κοινή παραδοχή.(2012:213). Το «Είμαστε το 99 τοις εκατό»,  παρείχε μια ισχυρή αλλά και, ταυτόχρονα, γενική αφήγηση, η οποία απευθυνόταν σε ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων. Οποιοσδήποτε ένιωθε πως η αξιοπρεπής ζωή, που το Αμερικάνικο σύστημα έπρεπε να παρέχει, εξανεμιζόταν, μπορούσε να νιώσει μέρος του συνόλου και να αγκαλιάσει το 99%: όσοι είχαν πτυχίο και είχαν μείνει με ένα βουνό χρεών και όχι δουλειών, όσων τα σπίτια είχαν κατασχεθεί, όχι επειδή είχαν δανειστεί αλόγιστα, αλλά επειδή η κρίση τους πήρε τις δουλειές, εργάτες που τα δύσκολα κερδισμένα προνόμια τους και οι συντάξεις τους περικόπηκαν, γιατί ήταν «ανέφικτες», καθώς και άνεργοι βετεράνοι. Το «είμαστε το 99%» έδωσε όνομα στις εμπειρίες ζωής που απαιτούσαν να ονομαστούν. Το κύριο επίτευγμα του κινήματος ήταν η ενασχόληση με ένα σάιτ συνδεδεμένο με το μεγάλο κεφάλαιο που έδωσε χώρο να διαδοθεί αυτή η καινούργια κοινή λογική. Διανοούμενοι παρουσιαζόταν στις αφηγήσεις, βασιζόμενες σε επιχειρήματα προοδευτικών στοχαστών, όπως ο οικονομολόγος Joseph Streglitz και ο Paul Krugman που έβαλαν το πλαίσιο του διαλόγου του κινήματος. Τα μέλη του κινήματος έγραφαν για τα βιώματα τους. Μια μορφή που πήρε ο διάλογος ήταν ένα δάσος  χειροποίητων συμβόλων, τα οποία δεν ήταν τα όμορφα προϊόντα των μίντια, αλλά ήταν αυθεντικά, ειλικρινά δάκρυα πόνου, βγαλμένα μέσα από την καθημερινή εμπειρία  της ανισότητας. Το μήνυμα  που αναδείχτηκε από αυτόν τον διάλογο δεν χρειάζεται εξηγήσεις ή τεκμηριώσεις.  Απλά αποτύπωσε τα βιώματα της ανισότητας

Η κοινή λογική του Τραμπ μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με μία εναλλακτική κοινή λογική, που είναι τόσο  συναισθηματικά ισχυρή, όσο και εκείνη της δεξιάς. Παρόλο που σύντομα θα έχουν όλα ξεθωριάσει, η συλλογική ενέργεια και ο ενθουσιασμός του κινήματος των OWS, καθώς και των υπόλοιπων κινημάτων στην χώρα, δημιούργησε μαζικούς χώρους που παράγουν τις αρχές μιας τέτοιας κοινής λογικής, το είδος της προοδευτικής κοινής λογικής για την οποία μιλούσε ο Γκράμσι.

Θα μπορούσε να σας αρέσει

Αφήστε μίαν απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα κοινοποιηθεί.