Ανάλυση & Ερμηνεία Των Διεθνών Σχέσεων Και Εξελίξεων

Οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις πρέπει να σοβαρευτούν

Του Stephen M. Walt

0 55

Η διατλαντική συνεργασία μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης έχει υπάρξει ο άξονας της συνολικής στρατηγικής των πρώτων για πάνω από μισό αιώνα. Βρίσκεται επίσης σε μεγάλη κρίση. Κατά την διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας του 2016, ο Donald Trump υποστήριξε επανειλημμένως πως το ΝΑΤΟ είναι παρωχημένο, κατηγορώντας τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη πως δεν «καταβάλουν το μερίδιο που τους αναλογεί», ενώ υποστήριξε πως «οι ΗΠΑ πρέπει να είναι προετοιμασμένες να αφήσουν αυτές τις χώρες να υπερασπιστούν οι ίδιες τον εαυτό τους.»

Χωρίς έκπληξη, η εκλογή του έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου στην Ευρώπη, και η αιρετική του συμπεριφορά από τότε που ανέλαβε καθήκοντα έχει μόνο εντείνει τις ανησυχίες των Ευρωπαίων.  Πως μπορούν οι ευρωπαίοι συνεργάτες των ΗΠΑ να νιώθουν σίγουροι για τον πιο σημαντικό τους σύμμαχο τη στιγμή που ο αμερικάνος πρόεδρος ζει σε μία εναλλακτική πραγματικότητα χτισμένη από το Breitbart, το Fox News, και από όποια άλλη σκοτεινή θεωρία συνωμοσίας τον ταΐζει ο Steve Bannon; Θα εμπιστευόσασταν έναν πρόεδρο που προτιμά να στηρίζεται σε σκιώδεις Ουκρανούς πολιτικούς, καταδικασμένους απατεώνες και στον προσωπικό του δικηγόρο, σχετικά με ευαίσθητα διπλωματικά θέματα, παρά στα φυσικά δίκτυα των πολιτικών και κυβερνητικών δυνατοτήτων;

O Υπουργός Άμυνας James Mattis και ο Αντιπρόεδρος Mike Pence πέρασαν την προηγούμενη εβδομάδα προσπαθώντας να καθησυχάσουν τους συμμάχους στην Σύνοδο Ασφαλείας του Μονάχου, αλλά οι προσπάθειές τους αποδειχτήκαν μόνο μερικώς επιτυχημένες.  Ο καθένας έκανε στιβαρές τοποθετήσεις υπέρ του ΝΑΤΟ – ο Pence μάλιστα δήλωσε πως η δέσμευση των ΗΠΑ είναι ακλόνητη – αλλά το μήνυμά τους δεν ήταν ξεκάθαρο. Συγκεκριμένα, ο Mattis προειδοποίησε τους συμμετέχοντες στο ΝΑΤΟ πως οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μετριάσουν την αφοσίωσή τους στην Ευρώπη αν δεν αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες κατά περίπου 2% του ΑΕΠ.

Αυτή η επανερχόμενη ανησυχία σχετικά με τις αμυντικές δαπάνες της Ευρώπης είναι κατανοητή, χάνει όμως τον στόχο. Γιατί; Επειδή το θεμελιώδες πρόβλημα δεν είναι στην λανθάνουσα ανεπάρκεια ή και απουσία ακόμα της δυνατότητας κινητοποίησης των πόρων. Η μόνη «καθαρή και παρούσα» στρατιωτική απειλή που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σήμερα είναι η αναγεννημένη Ρωσία (αν και αυτή η απειλή δεν είναι ούτε στο ελάχιστο τόσο σπουδαία όσο παρουσιάζεται από τους κινδυνολόγους), ενώ τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ κατέχουν την οικονομική δυνατότητα να αντιμετωπίσουν την πρόκληση μόνα τους. Αφήνοντας τις ΗΠΑ και τον Καναδά εκτός εξίσωσης, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη έχουν σχεδόν τον τετραπλάσιο πληθυσμό από την Ρωσία, ενώ το ΑΕΠ τους αθροιστικά είναι 12 φορές μεγαλύτερο. Πολύ περισσότερο, ακόμα και με τις σημερινές – υποθετικά πάντα – ανεπαρκής δαπάνες, κάθε χρόνο τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ ξοδεύουν τουλάχιστον 5 φορές περισσότερο στην άμυνά τους από ότι η Ρωσία.

Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, δεν είναι το ύψος του ποσού που οι χώρες της Ευρώπης αφιερώνουν στην εθνική τους ασφάλεια. Το πρόβλημα μάλλον είναι πως δεν χρησιμοποιούν αυτές τις δαπάνες αποτελεσματικά και δεν συντονίζουν τις αμυντικές τους δραστηριότητες όσο καλά θα μπορούσαν. Παρά τις πολυάριθμες προσπάθειες, η Ευρωπαϊκή πολλά υποσχόμενη «Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας» παραμένει ένας στόχος που δεν έχει υλοποιηθεί.  Αυτή η αποτυχία δεν προκαλεί καμία έκπληξη, αφού η ΚΕΠΠΑ είναι μια πρωτοβουλία της Ε.Ε. η οποία είναι πολύ περισσότερο μια συνένωση εθνών-κρατών παρά μια πλήρως ενοποιημένη κοινότητα.  Το σημείο κλειδί, λοιπόν, είναι ότι ρίχνοντας περισσότερα ευρώ (ή κορώνες, ή ζλότι) στο πρόβλημα, αυτό δεν λύνεται.

Ανάμεσα σε άλλα, αυτή η κατάσταση δείχνει πως ακόμη και αν το ΝΑΤΟ επρόκειτο να συμφωνήσει με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και επιβάλει σε όλα του τα μέλη τον στόχο του 2% του ΑΕΠ, αυτό δεν θα επιδρούσε καταλυτικά προς την βελτίωση της συνολικής ισορροπίας της ισχύος, εκτός και αν ξεκινούσαν να δαπανούν πόρους πιο αποτελεσματικά. Εν συντομία, η στενή προσήλωση στο σχήμα «αμυντικές δαπάνες ως  ποσοστό του ΑΕΠ» αποτελεί προσήλωση σε ένα παραπλανητικό σχήμα.

Οι προσπάθειες των ΗΠΑ να πιεστεί η Ευρώπη, ώστε να δαπανήσει χρήματα, μέσω των απειλών για μείωση της δέσμευσής τους απέναντι της, είναι επίσης έμφυτα αντικρουόμενες. Όταν προειδοποιούσε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες ίσως να «μετρίαζαν» την υποστήριξή τους, ο Υπουργός Άμυνας Mattis έλεγε ουσιαστικά στους Ευρωπαίους εταίρους ότι ίσως να μην μπορούν να υπολογίζουν στις ΗΠΑ, αν δεν ξεκινήσουν να ξοδεύουν περισσότερα. Η αντεστραμμένη πλευρά του νομίσματος, εντούτοις, είναι μια έμμεση υπόσχεση πως αν ξεκινήσουν να πετυχαίνουν τον στόχο του 2%, η Ουάσινγκτον θα παραμείνει «μέσα», εξίσου. Αυτό όμως είναι μια συνταγή για την Ευρώπη, στην οποία αυτή κάνει τα απολύτως απαραίτητα για να κρατήσει τον Θείο Σαμ χαρούμενο ,ενώ η Ουάσινγκτον παραμένει ο πρώτος και ο τελευταίος της προστάτης.

Από μία πιο ευρεία στρατηγική σκοπιά, το να ωθηθεί η Ευρώπη να αντέξει περισσότερο η ίδια το βάρος της άμυνά της, έχει νόημα μόνο αν αυτό επιτρέψει στις ΗΠΑ να μειώσουν τους πόρους που αφιερώνουν στην ευρωπαϊκή ασφάλεια ώστε να αφιερώσουν μεγαλύτερη προσοχή σε άλλα θέατρα εξελίξεων, όπως η Ασία. Δεδομένης δε την τεράστιας ανισορροπίας μεταξύ των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνατοτήτων και εκείνων των πιθανών της εχθρών, μια τέτοια φόρμουλα θα ήταν σχετικά εύκολο να διαπραγματευτεί.  Αντί των γνωστών πολιτικών εντυπώσεων, όπου οι Αμερικάνοι απειλούν να εμπλακούν σε λιγότερα από ότι πρόκειται πράγματι να εμπλακούν, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι εταίροι οφείλουν να αναπτύξουν ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο μείωσης της αφοσίωσης των ΗΠΑ, με περισσότερο ή λιγότερο μόνιμο χαρακτήρα ( ή μέχρι τη στιγμή μιας σοβαρής απειλής για την ευρωπαϊκή ισορροπία δυνάμεων). Όπως ο John Mearsheimer και εγώ εξηγήσαμε το προηγούμενο καλοκαίρι, όσο δεν υπάρχει μια δυνητική ηγεμονία στην Ευρώπη – και η Ρωσία δεν πληροί τα κριτήρια –  δεν κρίνεται απαραίτητο για τις ΗΠΑ να αναλάβουν την πρωτοκαθεδρία στην υπεράσπισή της.

Με λίγα λόγια, η προώθηση που αφιερώνεται στα σχετικά αμυντικά επίπεδα δαπανών είναι κατά βάση πολιτική συμβολισμού. Αυτό που εννοούν οι Αμερικάνοι πολιτικοί είναι πως γράφει άσχημα όταν οι ίδιοι δαπανούν 3.5% του ΑΕΠ στην άμυνα και οι αντίστοιχα εύποροι σύμμαχοι στην Ευρώπη (ή ακόμα και στην Ασία) ξοδεύουν λιγότερο από 2%. Και έχουν δίκιο: γράφει όντως άσχημα. Αν όμως οι Αμερικάνοι αξιωματούχοι  μπορούσαν με κάποιο τρόπο να πείσουν τους ίδιους τους συμμάχους τους να αυξήσουν λίγο τις δικές τους δαπάνες, μπορούν να επιστρέψουν στους Αμερικάνους ψηφοφόρους και να ισχυριστούν μια επιτυχία, ακόμα και αν αυτή δεν μειώνει τα αμυντικά βάρη που σηκώνουν οι ΗΠΑ ούτε κάνει την Ευρώπη ασφαλέστερη.

Τελικά, η συνεχής γκρίνια για τον καταμερισμό των βαρών αποπροσανατολίζει από τις πιο σοβαρές προκλήσεις που απειλούν την διατλαντική συνεργασία. Η πρώτη πρόκληση είναι η έλλειψη πειστικής στρατηγική λογικής σχετικά με αυτή. Όσο και αν δεν θέλω να το παραδεχτώ, ο Trump δεν ήταν απόλυτα λάθος προτείνοντας πως το ΝΑΤΟ είναι παρωχημένο –  τουλάχιστον στην σημερινή του μορφή – αφού δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα ( την Σοβιετική Ένωση) που δεν υπάρχει πια. Είναι πιο δύσκολο να δικαιολογηθεί η κοστοβόρα δέσμευση των ΗΠΑ στις αμυντικές υποθέσεις τις Ευρώπης όταν δεν υπάρχει δυνητική ηγεμονία στην περιοχή, την στιγμή που οι καινούργιες αποστολές του ΝΑΤΟ μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (Αφγανιστάν, Λιβύη, κ.α.) δεν τα έχουν πάει καλά. (Η άλλη σύμφυτη αποστολή του ΝΑΤΟ –  «να κρατήσει τους Γερμανούς κάτω» – δεν είναι σχετική πια εξίσου , παρά τον κεντρικό ρόλο της Γερμανίας στην Ε.Ε. Με έναν μειούμενο και γρήγορα γηρασκόμενο πληθυσμό, η Γερμανία σήμερα δύσκολα μπορεί να στοχεύσει στην ηγεμονία της εντός Ευρώπης.)

Η δεύτερη πρόκληση αφορά τον Ευρωπαϊκό διχασμό, ειδικά μετά την οικονομική κατάρρευση του 2008, την κρίση στην ευρωζώνη, και την απόφαση για Brexit. Οι Φυγόκεντρες δυνάμεις εντός της Ευρώπης κάθιστούν πιο απίθανη την δημιουργία μιας πανευρωπαϊκής αμυντικής δύναμης από τα κράτη-μέλη, ακόμα και αν μεμονωμένες χώρες καταφέρνουν να αυξήσουν κατά λίγο τα δικά τους επίπεδα δαπανών. Και σίγουρα δεν θα αναλάβουν τη δύσκολη δουλειά να δημιουργήσουν μια αυθεντική πανευρωπαϊκή αμυντική δυναμική αν παραμείνουν πεπεισμένα πως ο Θείος Σαμ θα είναι πάντα εκεί για να τα σώσει.

Ας προσθέσουμε τώρα και τους διάφορους δεξιόστροφους λαϊκιστές πολιτικούς που είτε κυβερνούν είτε ανταγωνίζονται για την εξουσία σε Γαλλία, Ολλανδία, Ουγγαρία, Πολωνία και Τουρκία. Πολύ από αυτούς τους πιθανούς ηγέτες είναι ανοιχτά εχθρικοί στην ιδέα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, και ο Trump έχει κάνει αυτό το πρόβλημα χειρότερο, αγκαλιάζοντας το Brexit και υποστηρίζοντας ρητορικά την ξενοφοβική δεξιά, όπως την Marine Le Pen.

Αυτή η προσέγγιση είναι αυτή ακριβώς που δεν θα έπρεπε να έχει η Ουάσινγκτον σήμερα. Αν η επιθυμία είναι να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη η Ευρώπη σχετικά με την δική της ασφάλεια, το τελευταίο πράγμα που θα έπρεπε να γίνει είναι η υπονόμευση της αυξανόμενα ευαίσθητης πολιτικής τάξης της Ευρώπης. Μια Ευρώπη καθοδηγούμενη από πολιτικούς όπως η Le Pen ή ο Geert Wilders δεν είναι μια Ευρώπη αρκετά σταθερή και ασφαλείς που μπορεί να φροντίζει η ίδια για τον εαυτό της, ώστε οι Ηνωμένες Πολιτείες να αφιερώσουν ενέργεια και πόρους αλλού. Αν ο Trump ήθελε όντως να αποσύρει τις ΗΠΑ από την προστασία της Ευρώπης, η στήριξή Ευρωπαίων ξενοφοβικών πολιτικών και το χάιδεμα αυτιών στον Vladimir Putin δεν είναι ο τρόπος για να το πετύχει. Ποιος περιμένει όμως καθαρή, κατανοητή ή συγκροτημένη στρατηγική σκέψη από αυτόν τον πρόεδρο, έτσι;

 

Πηγή: Foreign Policy

Μετάφραση: Συντακτική ομάδα του Nonaligned

Θα μπορούσε να σας αρέσει

Αφήστε μίαν απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα κοινοποιηθεί.