Ανάλυση & Ερμηνεία Των Διεθνών Σχέσεων Και Εξελίξεων

Το «Αποστολή Εξετελέσθη» δεν θα γραφτεί για το Αφγανιστάν

του Stephen Walt

0 45

Τι θα κάνατε αν το αφεντικό σας ζητούσε από σας να μάθετε σε ένα πρόβατο να πετάει; Εγώ, έχοντας το προνόμιο της μονιμότητας, θα μου άρεσε να του απαντήσω ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο και να του προτείνω ευγενικά να απευθυνθεί σε κάποιο γιατρό. Αν ήσασταν όμως ένας από τους επικεφαλής της στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, η δύναμη της συνήθειας και η επαγγελματική κουλτούρα θα σας ανάγκαζαν να απαντήσετε «δεν μπορώ», και μετά θα σχεδιάζατε μια καινούργια καμπάνια για την αεροναυπηγική των αιγοπροβάτων.

Έχοντας αποδεχτεί αυτήν την αποστολή, κάθε χρόνο θα παραδίδατε μια νηφάλια, υπολογισμένη, αλλά εντέλει διασκεδαστική έκθεση της προόδου που σημειώνετε. Αφού αποδεχτείτε πως κανένα πρόβατο δεν μπορεί να πετάξει με επιτυχία, θα λέγατε στο Κογκρέσο, στον Πρόεδρο και στο κοινό, ότι αρκετά πρόβατα κατάφεραν να πηδήξουν κάποια εκατοστά από το έδαφος, ενώ μια συγκεκριμένη καλά προπονημένη προβατίνα κατάφερε να «πέσει με στυλ», όταν σπρώχτηκε από μια μικρή κλίση.  Ακόμα και αν η πρόοδος του κοπαδιού είχε φτάσει σε αδιέξοδο, θα λέγατε πως η ολοκλήρωση της αποστολής ήταν ακόμα δυνατή, αλλά θα χρειαζόταν περισσότερος χρόνος, περισσότερα χρήματα, και μερικά χιλιάδες στρατεύματα παραπάνω.

Με λίγα λόγια, σε αυτή την κατάσταση βρίσκεται ο πόλεμος των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν. Ότι ξεκίνησε το 2001 ως μια στοχευμένη προσπάθεια να ανατραπούν οι Ταλιμπάν και να συντριβεί η Αλ Κάιντα, έχει εξελιχθεί σε μια ατέρμονη, κοστοβόρα και μη ρεαλιστική διαδικασία,  χωρίς καθαρά ορατό σημείο κατάληξης, με μικρές ελπίδες επιτυχίας. Έχει εξελιχθεί στον  ξεχασμένο μας πόλεμο, και το κύριο μέλημα των αρμοδίων αυτών των επιχειρήσεων φαίνεται να είναι το να κρατήσουν αυτόν τον πόλεμο μακριά από τα πρωτοσέλιδα και τη δημόσια σφαίρα.

Και ας μη γελιόμαστε, είναι πόλεμος. Οι απώλειες Αφγανών αμάχων χτύπησαν νέο υψηλό το 2016, οι δυνάμεις ασφαλείας της κυβέρνησης είχαν περισσότερους από 15.000 τραυματίες, ενώ σκοτώθηκαν πάνω από 5.000 άνθρωποι. Σύμφωνα με τον Ειδικό Γενικό Επιθεωρητή των ΗΠΑ για την Ανασυγκρότηση του Αφγανιστάν, οι αντάρτες ελέγχουν ή ανταγωνίζονται για 149 από τις 402 περιφέρειες της χώρας. Δεκατέσσερις αμερικάνοι στρατιώτες σκοτώθηκαν στο Αφγανιστάν πέρσι, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ξοδέψουν χοντρικά 5 δις εκπαιδεύοντας τις αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας το 2017, και μερικά ακόμα δις υποστηρίζοντας τις δικές τους πολεμικές επιχειρήσεις, χωρίς ξεκάθαρο τέλος στον ορίζοντα.

Πως φτάσαμε εκεί? Μια γρήγορη επανάληψη: Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στο Αφγανιστάν το 2001, όταν οι Ταλιμπάν αρνήθηκαν να παραδώσουν τον Οσάμα μπιν Λάντεν και τους συνεργούς του, μετά την 9/11. Δουλεύοντας με την Βόρεια Συμμαχία του Αφγανιστάν, οι αμερικάνικες ειδικές  δυνάμεις και οι μυστικοί πράκτορες γρήγορα συνέτριψαν τους Ταλιμπάν και τους ώθησαν εκτός της Καμπούλ. Εντούτοις, κάποιοι λάθος χειρισμοί επέτρεψαν στον μπιν Λάντεν να αποδράσει στο Πακιστάν, όπου και παρέμεινε κρυμμένος, μέχρι που σκοτώθηκε από αμερικάνικη έφοδο τον Μάιο του 2011. Παρομοίως, οι Ταλιμπάν κατέφυγαν στις περιοχές των Παστούν ή στα σύνορα με το Πακιστάν, όπου και απολάμβαναν της σιωπηρής (και, σε κάποιες περιπτώσεις και ενεργής) υποστήριξης πρακτόρων των πακιστανικών μυστικών υπηρεσιών.

Δουλεύοντας με τους Ευρωπαίους συμμάχους και άλλες περιφερειακές δυνάμεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέχισαν στήνοντας μια μετα-Ταλιμπανική κυβέρνηση στο Αφγανιστάν υπό τον Χαμίντ Καρζαΐ. Το νέο αφγανικό Σύνταγμα είχε ως όραμα μια κεντρική, Δυτικού τύπου δημοκρατία, αν και το Αφγανιστάν είναι μια φτωχή, ημι-αναλφάβητη, διεφθαρμένη και βαθιά διχασμένη κοινωνία, με μακρά παράδοση σε ένα καθεστώς τοπικής αυτονομίας. Όλο αυτό το πρόγραμμα ήταν μια μακροπρόθεσμη προσπάθεια από την αρχή, όμως κάθε ελπίδα επιτυχίας διαλύθηκε όταν η κυβέρνηση Μπους γύρισε την πλάτη της στη χώρα, για να εισβάλει στο Ιράκ το 2003. Με το τέλος της θητείας του, οι Ταλιμπάν είχαν ανασυνταχθεί και είχαν επανακτήσει τον έλεγχο σε πολλά μέρη της χώρας, υποβοηθούμενοι από την διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα της κεντρικής διοίκησης στην Καμπούλ.

Η επιδείνωση της κατάστασης οδήγησε τον τότε νεοεκλεγέντα πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα να στείλει επιπλέον αμερικάνικα στρατεύματα την άνοιξη του 2009, ενώ αργότερα εξουσιοδότησε μια ακόμα μεγαλύτερη αύξηση των αμερικάνικων δυνάμεων, το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου. Ισχυρίστηκε πως αυτό το βήμα ήταν απαραίτητο ώστε να αποτραπεί η αλ Κάιντα από το  να βρει ξανά ένα «καταφύγιο» στο Αφγανιστάν (αγνοώντας το γεγονός πως η αλ Κάιντα είχε ήδη καλύτερα καταφύγια αλλού), και υποσχέθηκε πως αυτή η μεγάλη αύξηση θα γύριζε το παιχνίδι και θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να αποσυρθούν ολοκληρωτικά σε λίγα χρόνια. Αυτή η συνολική στρατηγική έβγαζε κάποιο νόημα, εντούτοις, ο καθορισμός μιας προθεσμίας για την απόσυρση των ΗΠΑ απλά έδωσε στους Ταλιμπάν ένα πραγματικό κίνητρο: Nα περιμένουν να φύγουμε. Η αφγανική κυβέρνηση παρέμεινε διχασμένη, διεφθαρμένη και αναποτελεσματική, ενώ αθροιστικά το σύνολο που δαπανήθηκε για την εκπαίδευση των Αφγανικών Εθνικών Δυνάμεων Ασφαλείας όλα αυτά τα χρόνια απέτυχε να παράξει μια αποτελεσματική δύναμη μάχης.  Αντί να πετύχει μια νίκη και να αποσύρει τις δυνάμεις των ΗΠΑ, ο Ομπάμα τελείωσε την προεδρία του εξουσιοδοτώντας σχεδόν 9000 στρατεύματα να παραμείνουν στο Αφγανιστάν  επ’ αόριστον.

Τι έχουμε να επιδείξουμε για όλη αυτήν την προσπάθεια και για τις τόσες θυσίες που έκαναν οι στρατιώτες των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ; Όχι πολλά. Οι Ταλιμπάν τώρα ελέγχουν περισσότερες περιοχές από ποτέ από την επέμβαση των ΗΠΑ το 2001, ενώ οι New York Times αναφέρουν πως οι Ταλιμπάν πρόσφατα κατέλαβαν την Σανγκίν στην περιφέρεια Χελμάνντ, μια «μελανή» διεκδικούμενη περιοχή, στην οποία έχουν σκοτωθεί περισσότεροι Βρετανοί και Αμερικάνοι στρατιώτες από οποιαδήποτε άλλη.  Χωρίς έκπληξη, ο κορυφαίος Αμερικάνος επικεφαλής στο Αφγανιστάν στρ. John Nicholson, ζητάει επιπλέον ενισχύσεις. Ο σκοπός, λέγεται, είναι να βελτιωθεί η εκπαίδευση των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας ώστε μία μέρα οι Ηνωμένες Πολιτείες να μπορούν πραγματικά να τελειώσουν με την εμπλοκή τους εκεί.  Σαν να μην έχουμε ήδη ξοδέψει περισσότερα από 65 δις σε εκπαίδευση στο παρελθόν (μαζί με τα σχεδόν 120 δις σε έργα ανοικοδόμησης και το σχεδόν 1 τρις δολάρια σε συνολικά πολεμικά κόστη).  Ακόμα και έτσι, οι αφγανικές μονάδες που έχουν δεχτεί όλη αυτή την γενναιοδωρία, δεν μπορούν να περιορίσουν τους εχθρικούς Ταλιμπάν. Με λίγα λόγια, προσπαθούμε να μάθουμε σε ένα πρόβατο να πετάει. Κι όμως, μας λένε πως με λίγο ακόμα χρόνο και  προσπάθεια τα προβλήματα θα λυθούν, και οι μάλλινοι φίλοι μας θα ανυψωθούν.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μιλήσει πολύ λίγο για το Αφγανιστάν, οπότε δεν ξέρουμε πως σκοπεύει να διαχειριστεί το συγκεκριμένο πρόβλημα. Τα δείγματα πάντως δεν είναι ενθαρρυντικά. Από την μία πλευρά, Ο Τραμπ έχει υπάρξει υποκριτικός στο σχήμα της «κατασκευής  έθνους» στο παρελθόν, και ίσως  τείνει προς το να σταματήσει τις απώλειες των ΗΠΑ και να αποχωρήσει από εκεί.  Από την άλλη όμως, είναι εμμονικός με το να «κερδίζει» και δεν θα θέλει να μπει στα βιβλία της ιστορίας ως ο πρόεδρος που άφησε τους Ταλιμπάν να τον κερδίσουν.

Ο Τραμπ έχει επίσης γεμίσει την κυβέρνησή του με πολλούς ανώτερους στρατιωτικούς αξιωματούχους  – συμπεριλαμβανομένων των Υπουργών Άμυνας και Εθνικής Ασφάλειας, Τζέιμς Ματτίς και Τζον Κέλλυ αντίστοιχα – και φαίνεται πως τείνει να αναθέτει περισσότερη εξουσία πάνω στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στους ίδιους τους στρατιωτικούς. Αυτή η προσέγγιση ίσως έχει νόημα (και του δίνει και κάποιον να κατηγορήσει αν τα πράγματα στραβώσουν), εκτός του ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύει πως οποιοσδήποτε από τους στρατηγούς ξέρει πώς να κερδίσει επίσης. Θυμηθείτε:  Ήταν οι στρατηγοί, όπως ο Στάνλεϋ Μακρύσταλ, που προέτρεψαν τον Ομπάμα να κλιμακώσει τον πόλεμο το 2009, με ελάχιστη χρησιμότητα.

Εν αντιθέσει με αυτό που μερικοί στην Αριστερά πιστεύουν, ο στρατός των ΗΠΑ δεν είναι έμφυτα επιθετικός (πράγματι, είναι λιγότερο επιρρεπής στον πόλεμο από αρκετούς πολίτες). Δεν του αρέσει όμως να χάνει και δεν του αρέσει ούτε να παλεύει για να παραιτείται εντέλει. Όσο ο πρόεδρος και το Κογκρέσο θα τα πηγαίνουν καλά, ο στρατός με λίγα λόγια θα συνεχίσει να γυροφέρνει το πρόβλημα με βραχύβιες και αναποτελεσματικές λύσεις, ακόμα και αν αυτό δεν αλλάζει στρατηγικά την κατάσταση ούτε στο ελάχιστο, μόνο συνεχίζει να αποσπά και να διασκεδάζει τις εντυπώσεις της χώρας από τις πραγματικές αποστολές που πιέζουν.

Το δεύτερο ανησυχητικό χαρακτηριστικό είναι η περιφρόνηση του Τραμπ στην διπλωματία. Ο υπουργός εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον είναι ένας ερασιτέχνης διπλωμάτης ο οποίος προφανώς υποστηρίζει την πρόταση Τραμπ για περικοπές στο μπάτζετ του υπουργείου σχεδόν κατά  30%, ενώ από την  πρώτη του ενασχόληση με την διεθνή πολιτική προκύπτει πως έχει ακόμα πολλά να μάθει.

Η αδιαφορία προς την διπλωματία είναι ένα πρόβλημα εδώ, γιατί η μόνη μακροπρόθεσμη λύση στο αδιέξοδο του Αφγανιστάν είναι ένας πλατύς πολιτικός συμβιβασμός, που συμφιλιώνει τις ανταγωνιστικές πλευρές του Αφγανιστάν, ενώ βάζει τις εξωτερικές δυνάμεις  που παρεμβαίνουν εκεί να παίξουν πιο εποικοδομητικούς ρόλους. Για παράδειγμα, σχεδόν όλοι συμφωνούν πως το κύριο πρόβλημα είναι η δυνατότητα των Ταλιμπάν να χρησιμοποιούν περιοχές του Πακιστάν ως άδυτο (για να μην αναφέρουμε την υποστήριξη που δέχονται από τις μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν), το οποίο με τη σειρά του σημαίνει πως για όποια επιτυχία απαιτείται να πειστεί το Ισλαμαμπάντ να αλλάξει πολιτική. Αυτό μπορεί να μην είναι δυνατόν, αλλά εντέλει αποτελεί μια διπλωματική πρόκληση παρά μια στρατιωτική. Εν κατακλείδι: Αν η εκπαίδευση των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας και η δολοφονίες των αρχηγών των Ταλιμπάν με επιθέσεις drone μπορούσαν να λύσουν το πρόβλημα, οι παλιές μας προσπάθειες θα είχαν καταφέρει πολλά περισσότερα μέχρι τώρα. Χωρίς μια στιβαρή, εκλεπτυσμένη και ενημερωμένη διπλωματική προσπάθεια, η μακροπρόθεσμη επιτυχία θα παραμένει άπιαστη.

Το οποίο με φέρνει στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας Χ.Ρ. Μακμάστερ.  Όχι μόνο ο Μακμάστερ έχει εμπειρία στο Αφγανιστάν (όπου επιμελούνταν των προσπαθειών των ΗΠΑ ενάντια στη διαφθορά), αλλά είναι και ο συγγραφέας του « Εγκατάλειψη Καθήκοντος», μια διάσημης  μελέτης για την στρατιωτική αποτυχία των ΗΠΑ να δώσουν στους πολιτικούς επόπτες ακριβείς και ειλικρινείς συμβουλές κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ.  Ο Μακμάστερ έχει προσφέρει καλοδεχούμενα κλισέ σχετικά με το Αφγανιστάν στο παρελθόν, αλλά αυτά ήταν τότε, τώρα είναι άλλο. Το ερώτημα είναι: Σε αυτό το σημείο, αντιλαμβάνεται την δυσκολία – για την ακρίβεια, την ματαιότητα – αυτού που κάνουμε στο Αφγανιστάν και την πιθανότητα να προσπαθούμε να μάθουμε σε ένα πρόβατο να πετάει; Και αν το έχει αντιληφθεί, θα πει κάτι στον πρόεδρο;

 

Πηγή: Foreign Policy

Μετάφραση: Συντακτική του Nonaligned

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Θα μπορούσε να σας αρέσει

Αφήστε μίαν απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα κοινοποιηθεί.